γειώνω
•
- παρέχω ηλεκτρική γείωση σε κάποιο αντικείμενο Βικιλεξικό
- μεταφορικάέχω γραμμένο κάποιον ή κάτι, αδιαφορώ πλήρως Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γειώνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γειώνω | γειώνεις | γειώνει | γειώνουμε | γειώνετε | γειώνουν / γειώνουνε |
| Παρατατικός | γείωνα | γείωνες | γείωνε | γειώναμε | γειώνατε | γείωναν / γειώναν / γειώνανε |
| Αόριστος | γείωσα | γείωσες | γείωσε | γειώσαμε | γειώσατε | γείωσαν / γειώσαν / γειώσανε |
| Μέλλοντας | θα γειώνω / θα γειώσω | θα γειώνεις / θα γειώσεις | θα γειώνει / θα γειώσει | θα γειώνουμε / θα γειώσουμε | θα γειώνετε / θα γειώσετε | θα γειώνουν / θα γειώνουνε / θα γειώσουν / θα γειώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γειώσει | έχεις γειώσει | έχει γειώσει | έχουμε γειώσει | έχετε γειώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γειώσει | είχες γειώσει | είχε γειώσει | είχαμε γειώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γειώσει / να γειώνω / να γειώσω | να έχεις γειώσει / να γειώνεις / να γειώσεις | να έχει γειώσει / να γειώνει / να γειώσει | να έχουμε γειώσει / να γειώνουμε / να γειώσουμε | να έχετε γειώσει / να γειώνετε / να γειώσετε | να γειώνουν / να γειώνουνε / να γειώσουν / να γειώσουνε |
| Προστακτική | — | γείωνε / γείωσε | — | — | γειώνετε / γειώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →