γελάδι
•
- συνήθως στον πληθυντικόταύρος ή αγελάδα Βικιλεξικό
- Τα γελάδια έβοσκαν στον κάμπο.
- υβριστικόηλίθιος, ανόητος, βλάκας Βικιλεξικό
- Τι κάνεις και κοιτάς σαν γελάδι, άντε πήγαινε απ᾿ εδώ!
Ετυμολογία
γελάδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γελάδιν < υποκοριστικό του αγελάδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γελάδι | γελάδια |
| Γενική | γελαδιού | γελαδιών |
| Αιτιατική | γελάδι | γελάδια |
| Κλητική | γελάδι | γελάδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →