Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γελάδι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. συνήθως στον πληθυντικόταύρος ή αγελάδα Βικιλεξικό
    • Τα γελάδια έβοσκαν στον κάμπο.
  2. υβριστικόηλίθιος, ανόητος, βλάκας Βικιλεξικό
    • Τι κάνεις και κοιτάς σαν γελάδι, άντε πήγαινε απ᾿ εδώ!

Ετυμολογία

γελάδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γελάδιν < υποκοριστικό του αγελάδα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγελάδιγελάδια
Γενικήγελαδιούγελαδιών
Αιτιατικήγελάδιγελάδια
Κλητικήγελάδιγελάδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →