Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γελαδάρης

/ʝe.laˈða.ɾis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πτηνόείδος ερωδιού (Bubulcus ibis) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γελαδάρης < γελάδ(α) + -άρης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγελαδάρηςγελαδάρηδες
Γενικήγελαδάρηγελαδάρηδων
Αιτιατικήγελαδάρηγελαδάρηδες
Κλητικήγελαδάρηγελαδάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →