γελαστής
•
- σπάνιοαυτός που αστειεύεται, που χαριεντίζεται ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
- σπάνιοαυτός που περιγελάει κάποιον, που έχει σαρκαστική διάθεση και συμπεριφορά Βικιλεξικό
- σπάνιοπου εξαπατά κάποιον, ο απατεώνας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γελαστής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γελαστής < γελάω / γελῶ
Άλλοι τύποι
γελάστραγελάστρια
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →