Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γελοιογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη γελοιογραφία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γελοιογραφικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγελοιογραφικόςγελοιογραφικήγελοιογραφικό
Γενικήγελοιογραφικούγελοιογραφικήςγελοιογραφικού
Αιτιατικήγελοιογραφικόγελοιογραφικήγελοιογραφικό
Κλητικήγελοιογραφικέγελοιογραφικήγελοιογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγελοιογραφικοίγελοιογραφικέςγελοιογραφικά
Γενικήγελοιογραφικώνγελοιογραφικώνγελοιογραφικών
Αιτιατικήγελοιογραφικούςγελοιογραφικέςγελοιογραφικά
Κλητικήγελοιογραφικοίγελοιογραφικέςγελοιογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →