γελοιοποίηση
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γελοιοποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γελοιοποίηση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα γελοιοποίη(σις) + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε (γελοιοποιώ) γελοιοποιη- + -ση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γελοιοποίηση | γελοιοποιήσεις |
| Γενική | γελοιοποίησης | γελοιοποιήσεων |
| Αιτιατική | γελοιοποίηση | γελοιοποιήσεις |
| Κλητική | γελοιοποίηση | γελοιοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →