Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γελοιοποίηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γελοιοποιώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γελοιοποίηση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα γελοιοποίη(σις) + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε (γελοιοποιώ) γελοιοποιη- + -ση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγελοιοποίησηγελοιοποιήσεις
Γενικήγελοιοποίησηςγελοιοποιήσεων
Αιτιατικήγελοιοποίησηγελοιοποιήσεις
Κλητικήγελοιοποίησηγελοιοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →