γεμιτζής
•
- ιδιωματικόο ναυτικός, ιδίως ο έμπειρος Βικιλεξικό
- Άλλες μορφές: γεμιζής
- ειρωνικόαυτός που δεν έχει καμιά σχέση με τη θάλασσα Βικιλεξικό
- ειρωνικόαυτός που κομπάζει, ο παραμυθάς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γεμιτζής < (άμεσο δάνειο) τουρκική yemeçi
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γεμιτζής | γεμιτζήδες |
| Γενική | γεμιτζή | γεμιτζήδων |
| Αιτιατική | γεμιτζή | γεμιτζήδες |
| Κλητική | γεμιτζή | γεμιτζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →