Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γενάρχης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο πρώτος ονομαστός πρόγονος οικογένειας, έθνους ή γένους Βικιλεξικό
    • Γενεαλογική καταγωγή, όπου η φάρα χαρακτηρίζεται από το όνομα του γενάρχη. Π.χ. Νταλιπέ (Νταλιπαίοι), Αριφέ (Αριφαίοι) κοκ (Καλογιάννης Ιωάννης, Πτυχιακή Εργασία Οι Τσιγγάνοι Στην Ελλάδα. Ο Ρόλος Της Τοπικής Αυτοδιοίκησης Στις Διαδικασίες Ενσωμάτωσης Και Ένταξής Τους Στην Ελληνική Κοινωνία. Περίπτωση Μελέτης Δήμου Ερέτριας, ΤΕΙ Καλαμάτας Σχολή Διοίκησης Και Οικονομίας, Καλαμάτα, 2002 https://web.archive.org/web/20240401191506/http://nestor.teipel.gr/xmlui/bitstream/handle/123456789/15837/SDO_DMTA_00191_Medium.pdf?sequence=1)

Ετυμολογία

γενάρχης < (ελληνιστική κοινή) < γένος + -άρχης (< ἄρχω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγενάρχηςγενάρχες
Γενικήγενάρχηγεναρχών
Αιτιατικήγενάρχηγενάρχες
Κλητικήγενάρχηγενάρχες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →