γενέθλια
•
- η επέτειος της γέννησης κάποιου, σύμφωνα με την ημερομηνία, και η γιορτή της Βικιλεξικό
- όποιος έπαιρνε την πρόσκληση αναρωτιόταν, Γενέθλια; Τι γενέθλια; Στην Ελλάδα ο κόσμος γιόρταζε τις ονομαστικές γιορτές, όχι τα γενέθλια – παρ ' όλ ' αυτά , μαζεύτηκαν ένα σωρό απορημένοι συγγενείς και φίλοι (⌘ Σώτη Τριανταφύλλου, Tο εργοστάσιο των μολυβιών, εκδ. Πατάκη, 2000, σελ. 49)
- ἄν ἦταν στυλογράφος, θά ἦταν Parker, καί μάλιστα ἐκεῖνος, ὁ κλασικός πού εἶχε ἀπό τήν Ἕκτη Δημοτικοῦ, δῶρο ἀπό τὸν θεῖο του τόν Γιῶργο στά δωδέκατα γενέθλιά του, ὁ Parker ἐκεῖνος πού ἔπρεπε νά τόν πιέσεις δυνατά, ἀλλά καί μαλακά. (Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, Au revoir, εκδ. Νεφέλη, 1999, σελ. 14)
Ετυμολογία
γενέθλια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γενέθλια (ουδέτερο, πληθυντικός) του επιθέτου γενέθλιος (αρχαία ελληνική)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γενέθλια | γενέθλια |
| Γενική | — | γενεθλίων |
| Αιτιατική | — | γενέθλια |
| Κλητική | — | γενέθλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →