γενέθλιος
•
- που αναφέρεται στη γέννηση Βικιλεξικό
- η γενέθλια γη
- : ο σχετικός με την ημερομηνία γέννησης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γενέθλιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γενέθλιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γενέθλιος | γενέθλια | γενέθλιο |
| Γενική | γενέθλιου | γενέθλιας | γενέθλιου |
| Αιτιατική | γενέθλιο | γενέθλια | γενέθλιο |
| Κλητική | γενέθλιε | γενέθλια | γενέθλιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γενέθλιοι | γενέθλιες | γενέθλια |
| Γενική | γενέθλιων | γενέθλιων | γενέθλιων |
| Αιτιατική | γενέθλιους | γενέθλιες | γενέθλια |
| Κλητική | γενέθλιοι | γενέθλιες | γενέθλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →