γενέτειρα
•
- λόγιοη πόλη όπου γεννήθηκε κάποιος, η ιδιαίτερη πατρίδα του Βικιλεξικό
- μεταφορικάο τόπος όπου δημιουργήθηκε κάτι για πρώτη φορά Βικιλεξικό
- μαθηματικάγεωμετρική γραμμή που κινούμενη κατ' ορισμένο τρόπο σχηματίζει μια επιφάνεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γενέτειρα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γενέτειρα (μητέρα), θηλυκό του γενετήρ < γίγνομαι. Η μαθηματική σημασία < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική génératrice.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γενέτειρα | γενέτειρες |
| Γενική | γενέτειρας | γενετειρών |
| Αιτιατική | γενέτειρα | γενέτειρες |
| Κλητική | γενέτειρα | γενέτειρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →