Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γενεαλογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη γενεαλογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γενεαλογικός < γενεαλογ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγενεαλογικόςγενεαλογικήγενεαλογικό
Γενικήγενεαλογικούγενεαλογικήςγενεαλογικού
Αιτιατικήγενεαλογικόγενεαλογικήγενεαλογικό
Κλητικήγενεαλογικέγενεαλογικήγενεαλογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγενεαλογικοίγενεαλογικέςγενεαλογικά
Γενικήγενεαλογικώνγενεαλογικώνγενεαλογικών
Αιτιατικήγενεαλογικούςγενεαλογικέςγενεαλογικά
Κλητικήγενεαλογικοίγενεαλογικέςγενεαλογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →