γενετήσιος
•
- που αναφέρεται στην συνουσία αρσενικού και θηλυκού και την αναπαραγωγή Βικιλεξικό
- γενετήσιο ένστικτο
- Κάρυο λέγεται στὴ βιολογία ὁ πυρήνας τοῦ κυττάρου. Καρυοκίνηση ἢ μίτωση ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν κυττάρων μὲ ἔμμεση διαίρεση σὲ δυὸ κύτταρα, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἄμεση, καὶ καρυογαμία ἡ σύντηξη δύο πυρήνων γενετησίων κυττάρων. (Νέα εστία, τ. 66, 1959, σελ. 844)
- που αναφέρεται σε αναπαραγωγικά όργανα, συμπεριφορές ή ενδοκρινολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γενετήσιος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα γενετήσιος, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική génésique, sexuel < ελληνιστική κοινή γενετήσιος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γενετήσιος | γενετήσια | γενετήσιο |
| Γενική | γενετήσιου | γενετήσιας | γενετήσιου |
| Αιτιατική | γενετήσιο | γενετήσια | γενετήσιο |
| Κλητική | γενετήσιε | γενετήσια | γενετήσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γενετήσιοι | γενετήσιες | γενετήσια |
| Γενική | γενετήσιων | γενετήσιων | γενετήσιων |
| Αιτιατική | γενετήσιους | γενετήσιες | γενετήσια |
| Κλητική | γενετήσιοι | γενετήσιες | γενετήσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →