γενιά
•
- το γένος Βικιλεξικό
- το σύνολο ανθρώπων της ίδιας ηλικίας σε σχέση με τους προγόνους και τους απογόνους του Βικιλεξικό
- παππούς, πατέρας και εγγονός στην ίδια φωτογραφία· τρεις γενιές μαζί
- η γενιά μας γνώρισε την ανάπτυξη του διαδικτύου
- τέχνητο σύνολο συγγραφέων, ποιητών κ.λπ. που πρωτοδημοσίευσαν το πρώτο τους έργο την ίδια χρονική περίοδο Βικιλεξικό
- η γενιά του '30
Ετυμολογία
γενιά < αρχαία ελληνική γενεά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γενιά | γενιές |
| Γενική | γενιάς | γενιών |
| Αιτιατική | γενιά | γενιές |
| Κλητική | γενιά | γενιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →