γενικά
•
- από συνολική άποψη Βικιλεξικό
- είμαστε γενικά ευχαριστημένοι από την εξέλιξη των πραγμάτων
- συνήθως Βικιλεξικό
- είναι κλειστός άνθρωπος και, γενικά, δε βγαίνει πολύ
- αόριστα, χωρίς λεπτομέρειες Βικιλεξικό
- μου μίλησε πολύ γενικά και δεν κατάλαβα πολλά
Ετυμολογία
γενικά < γενικός + -ά.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →