Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γενιτσαρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με γενίτσαρο ή αναφέρεται σʼ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γενιτσαρικός < γενίτσαρος + -ικός < μεσαιωνική ελληνική γενίτσαρος < τουρκική yeniçeri

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγενιτσαρικόςγενιτσαρικήγενιτσαρικό
Γενικήγενιτσαρικούγενιτσαρικήςγενιτσαρικού
Αιτιατικήγενιτσαρικόγενιτσαρικήγενιτσαρικό
Κλητικήγενιτσαρικέγενιτσαρικήγενιτσαρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγενιτσαρικοίγενιτσαρικέςγενιτσαρικά
Γενικήγενιτσαρικώνγενιτσαρικώνγενιτσαρικών
Αιτιατικήγενιτσαρικούςγενιτσαρικέςγενιτσαρικά
Κλητικήγενιτσαρικοίγενιτσαρικέςγενιτσαρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →