γενιτσαρικός
•
- που έχει σχέση με γενίτσαρο ή αναφέρεται σʼ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γενιτσαρικός < γενίτσαρος + -ικός < μεσαιωνική ελληνική γενίτσαρος < τουρκική yeniçeri
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γενιτσαρικός | γενιτσαρική | γενιτσαρικό |
| Γενική | γενιτσαρικού | γενιτσαρικής | γενιτσαρικού |
| Αιτιατική | γενιτσαρικό | γενιτσαρική | γενιτσαρικό |
| Κλητική | γενιτσαρικέ | γενιτσαρική | γενιτσαρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γενιτσαρικοί | γενιτσαρικές | γενιτσαρικά |
| Γενική | γενιτσαρικών | γενιτσαρικών | γενιτσαρικών |
| Αιτιατική | γενιτσαρικούς | γενιτσαρικές | γενιτσαρικά |
| Κλητική | γενιτσαρικοί | γενιτσαρικές | γενιτσαρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →