Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γεννάω

/ʝeˈna.o/ρήμα
•
  1. φέρνω στον κόσμο μια νέα ζωή Βικιλεξικό
    • Μια φορά, χειμώνα καιρό, γένναγε η Κατσέναινα και ειδοποίησαν τη μάνα μου, τη μαμή, να πάει να βοηθήσει (Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, Λαογραφικά του Αχλαδόκαμπου, 1985, σελ. 131)
  2. ψάριακάνω αβγά Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάδημιουργώ κάτι, παράγω εξ αρχής Βικιλεξικό
  4. παθητική φωνή γεννιέμαι: έχω εκ φύσεως μια προδιάθεση ή μια ικανότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γεννάω < γενν(ώ) + νεότερο επίθημα -άω < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική γεννῶ, συνηρημένος τύπος του γεννάω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςγεννάω / γεννώγεννάςγεννά / γεννάειγεννάμε / γεννούμεγεννάτεγεννάν / γεννάνε / γεννούν / γεννούνε
Παρατατικόςγεννούσαγεννούσεςγεννούσεγεννούσαμεγεννούσατεγεννούσαν / γεννούσανε
Αόριστοςγέννησαγέννησεςγέννησεγεννήσαμεγεννήσατεγέννησαν / γεννήσαν / γεννήσανε
Μέλλονταςθα γεννάω / θα γεννήσω / θα γεννώθα γεννάς / θα γεννήσειςθα γεννά / θα γεννάει / θα γεννήσειθα γεννάμε / θα γεννήσουμε / θα γεννούμεθα γεννάτε / θα γεννήσετεθα γεννάν / θα γεννάνε / θα γεννήσουν / θα γεννήσουνε / θα γεννούν / θα γεννούνε
Παρακείμενοςέχω γεννήσει—————
Υποτακτικήνα έχω γεννήσει / να γεννάω / να γεννήσω / να γεννώνα γεννάς / να γεννήσειςνα γεννά / να γεννάει / να γεννήσεινα γεννάμε / να γεννήσουμε / να γεννούμενα γεννάτε / να γεννήσετενα γεννάν / να γεννάνε / να γεννήσουν / να γεννήσουνε / να γεννούν / να γεννούνε
Προστακτική—γέννα / γένναγε / γέννησε——γεννάτε / γεννήστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

γεννήθηκαγεννιέμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →