γεννάω
•
- φέρνω στον κόσμο μια νέα ζωή Βικιλεξικό
- Μια φορά, χειμώνα καιρό, γένναγε η Κατσέναινα και ειδοποίησαν τη μάνα μου, τη μαμή, να πάει να βοηθήσει (Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, Λαογραφικά του Αχλαδόκαμπου, 1985, σελ. 131)
- ψάριακάνω αβγά Βικιλεξικό
- μεταφορικάδημιουργώ κάτι, παράγω εξ αρχής Βικιλεξικό
- παθητική φωνή γεννιέμαι: έχω εκ φύσεως μια προδιάθεση ή μια ικανότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γεννάω < γενν(ώ) + νεότερο επίθημα -άω < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική γεννῶ, συνηρημένος τύπος του γεννάω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γεννάω / γεννώ | γεννάς | γεννά / γεννάει | γεννάμε / γεννούμε | γεννάτε | γεννάν / γεννάνε / γεννούν / γεννούνε |
| Παρατατικός | γεννούσα | γεννούσες | γεννούσε | γεννούσαμε | γεννούσατε | γεννούσαν / γεννούσανε |
| Αόριστος | γέννησα | γέννησες | γέννησε | γεννήσαμε | γεννήσατε | γέννησαν / γεννήσαν / γεννήσανε |
| Μέλλοντας | θα γεννάω / θα γεννήσω / θα γεννώ | θα γεννάς / θα γεννήσεις | θα γεννά / θα γεννάει / θα γεννήσει | θα γεννάμε / θα γεννήσουμε / θα γεννούμε | θα γεννάτε / θα γεννήσετε | θα γεννάν / θα γεννάνε / θα γεννήσουν / θα γεννήσουνε / θα γεννούν / θα γεννούνε |
| Παρακείμενος | έχω γεννήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γεννήσει / να γεννάω / να γεννήσω / να γεννώ | να γεννάς / να γεννήσεις | να γεννά / να γεννάει / να γεννήσει | να γεννάμε / να γεννήσουμε / να γεννούμε | να γεννάτε / να γεννήσετε | να γεννάν / να γεννάνε / να γεννήσουν / να γεννήσουνε / να γεννούν / να γεννούνε |
| Προστακτική | — | γέννα / γένναγε / γέννησε | — | — | γεννάτε / γεννήστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
γεννήθηκαγεννιέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →