γενναιοψυχία
•
- η γενναιότητα, το να έχεις γενναία ψυχή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γενναιοψυχία < επίθετο γενναιόψυχος, αναλύεται γενναί(ος) + -ο- + -ψυχία • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γενναιοψυχία | γενναιοψυχίες |
| Γενική | γενναιοψυχίας | — |
| Αιτιατική | γενναιοψυχία | γενναιοψυχίες |
| Κλητική | γενναιοψυχία | γενναιοψυχίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →