γεννητάτο
•
- στον ενικόιδιότητα εκ γενετής Βικιλεξικό
- το κουσούρι είναι γεννητάτο του
- στον πληθυντικό ή επίρρημαεκ γενετής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γεννητάτο < γεννητ(άτος) + -άτο (ουδέτερο), και πληθυντικός + -άτα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γεννητάτο | γεννητάτα |
| Γενική | γεννητάτου | γεννητάτων |
| Αιτιατική | γεννητάτο | γεννητάτα |
| Κλητική | γεννητάτο | γεννητάτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →