γενομική
•
- βιολογίαη καταγραφή, χαρτογράφηση και μελέτη του συνόλου των γονιδίων ενός οργανισμού Βικιλεξικό
- Ο όρος «προσωπική γενομική» δεν είναι ακόμη δόκιμος. Αρχισε όμως να ψιθυρίζεται με όλο και μεγαλύτερη συχνότητα μεταξύ των επιστημόνων και των επιχειρηματιών και δεν αποκλείεται την επόμενη πενταετία να μπει στο λεξιλόγιο καθενός από εμάς. Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο όρος αυτός περιγράφει τη δυνατότητα που, όπως φαίνεται, θα έχουμε σε λίγα χρόνια να γνωρίζουμε επακριβώς την αλληλουχία του δικού μας προσωπικού γενετικού υλικού. (* εφημερίδα Το Βήμα)
Ετυμολογία
γενομική < αγγλική genomics
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γενομική | — |
| Γενική | γενομικής | — |
| Αιτιατική | γενομική | — |
| Κλητική | γενομική | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →