γεντιανή
•
- φυτόποώδες φυτό (της οικογένειας Gentianaceae) ορεινών κυρίως περιοχών με έντονα χρώματα ανθέων και ρίζα πικρή, γνωστή για τη χρήση της ως τονωτικό και φαρμακευτικό μέσο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γεντιανή < αρχαία ελληνική γεντιανή (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική gentiane ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική gentian)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γεντιανή | γεντιανές |
| Γενική | γεντιανής | γεντιανών |
| Αιτιατική | γεντιανή | γεντιανές |
| Κλητική | γεντιανή | γεντιανές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →