Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γεντιανή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φυτόποώδες φυτό (της οικογένειας Gentianaceae) ορεινών κυρίως περιοχών με έντονα χρώματα ανθέων και ρίζα πικρή, γνωστή για τη χρήση της ως τονωτικό και φαρμακευτικό μέσο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γεντιανή < αρχαία ελληνική γεντιανή (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική gentiane ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική gentian)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγεντιανήγεντιανές
Γενικήγεντιανήςγεντιανών
Αιτιατικήγεντιανήγεντιανές
Κλητικήγεντιανήγεντιανές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →