γερακίνα
•
- το θηλυκό γεράκι Βικιλεξικό
- πτηνόείδος αρπακτικού (Buteo buteo) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γερακίνα < γεράκι + κατάληξη θηλυκού -ίνα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γερακίνα | γερακίνες |
| Γενική | γερακίνας | γερακίνων |
| Αιτιατική | γερακίνα | γερακίνες |
| Κλητική | γερακίνα | γερακίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →