γερανατζής
•
- επάγγελμαο ιδιοκτήτης ή οδηγός γερανοφόρου οχήματος, Βικιλεξικό
- ο χειριστής γερανού Βικιλεξικό
- ο χειριστής πλωτού γερανού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γερανατζής, ή γερανιτζής < γερανός + -τζής
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →