Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γερανογέφυρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σύνθετο ανυψωτικό μηχάνημα για τη μετακίνηση φορτίων σε έναν χώρο σχήματος ορθογωνίου παραλληλεπιπέδου· στις δύο απέναντι πλευρές (πχ τοίχους) αυτού του χώρου είναι στερεωμένες ψηλά ράγες πάνω στις οποίες μπορούν να κινηθούν μία ή δύο δοκοί· από τις δοκούς κρέμεται ένας γερανός που μπορεί να μετακινηθεί κατά μήκος αυτών· έτσι το σύστημα μπορεί να κινηθεί οριζοντίως και καθέτως στο σύνολο του χώρου για να μετακινήσει φορτία μέσα σε αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γερανογέφυρα < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Kranbrücke

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγερανογέφυραγερανογέφυρες
Γενικήγερανογέφυραςγερανογεφυρών
Αιτιατικήγερανογέφυραγερανογέφυρες
Κλητικήγερανογέφυραγερανογέφυρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →