γερανογέφυρα
•
- σύνθετο ανυψωτικό μηχάνημα για τη μετακίνηση φορτίων σε έναν χώρο σχήματος ορθογωνίου παραλληλεπιπέδου· στις δύο απέναντι πλευρές (πχ τοίχους) αυτού του χώρου είναι στερεωμένες ψηλά ράγες πάνω στις οποίες μπορούν να κινηθούν μία ή δύο δοκοί· από τις δοκούς κρέμεται ένας γερανός που μπορεί να μετακινηθεί κατά μήκος αυτών· έτσι το σύστημα μπορεί να κινηθεί οριζοντίως και καθέτως στο σύνολο του χώρου για να μετακινήσει φορτία μέσα σε αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γερανογέφυρα < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Kranbrücke
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γερανογέφυρα | γερανογέφυρες |
| Γενική | γερανογέφυρας | γερανογεφυρών |
| Αιτιατική | γερανογέφυρα | γερανογέφυρες |
| Κλητική | γερανογέφυρα | γερανογέφυρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →