γερεύω
•
- γίνομαι καλά, συνέρχομαι μετά από ασθένεια, αναρρώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γερεύω < γερός + -εύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γερεύω | γερεύεις | γερεύει | γερεύουμε | γερεύετε | γερεύουν / γερεύουνε |
| Παρατατικός | γέρευα | γέρευες | γέρευε | γερεύαμε | γερεύατε | γέρευαν / γερεύαν / γερεύανε |
| Αόριστος | γέρεψα | γέρεψες | γέρεψε | γερέψαμε | γερέψατε | γέρεψαν / γερέψαν / γερέψανε |
| Μέλλοντας | θα γερέψω / θα γερεύω | θα γερέψεις / θα γερεύεις | θα γερέψει / θα γερεύει | θα γερέψουμε / θα γερεύουμε | θα γερέψετε / θα γερεύετε | θα γερέψουν / θα γερέψουνε / θα γερεύουν / θα γερεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω γερέψει | έχεις γερέψει | έχει γερέψει | έχουμε γερέψει | έχετε γερέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γερέψει | είχες γερέψει | είχε γερέψει | είχαμε γερέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γερέψει / να γερέψω / να γερεύω | να έχεις γερέψει / να γερέψεις / να γερεύεις | να έχει γερέψει / να γερέψει / να γερεύει | να έχουμε γερέψει / να γερέψουμε / να γερεύουμε | να έχετε γερέψει / να γερέψετε / να γερεύετε | να γερέψουν / να γερέψουνε / να γερεύουν / να γερεύουνε |
| Προστακτική | — | γέρευε / γέρεψε | — | — | γερέψτε / γερεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →