Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γερμανοτσολιάς

/ʝeɾ.ma.no.t͡soˈʎas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιστορίαμέλος στα τάγματα ασφαλείας που συνεργάστηκαν με τους γερμανούς ναζί στην περίδο της Κατοχής στην Ελλάδα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάχαρακτηρισμός για συνεργάτη των Γερμανών ή ξένου κατακτητή με δράση προδοτική ή βλαπτική για την Ελλάδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γερμανοτσολιάς < γερμανο- (< Γερμανός) + τσολιάς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγερμανοτσολιάςγερμανοτσολιάδες
Γενικήγερμανοτσολιάγερμανοτσολιάδων
Αιτιατικήγερμανοτσολιάγερμανοτσολιάδες
Κλητικήγερμανοτσολιάγερμανοτσολιάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →