γερμανοτσολιάς
•
- ιστορίαμέλος στα τάγματα ασφαλείας που συνεργάστηκαν με τους γερμανούς ναζί στην περίδο της Κατοχής στην Ελλάδα Βικιλεξικό
- μεταφορικάχαρακτηρισμός για συνεργάτη των Γερμανών ή ξένου κατακτητή με δράση προδοτική ή βλαπτική για την Ελλάδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γερμανοτσολιάς < γερμανο- (< Γερμανός) + τσολιάς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γερμανοτσολιάς | γερμανοτσολιάδες |
| Γενική | γερμανοτσολιά | γερμανοτσολιάδων |
| Αιτιατική | γερμανοτσολιά | γερμανοτσολιάδες |
| Κλητική | γερμανοτσολιά | γερμανοτσολιάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →