Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γεροντάκος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. με συμπάθειαγέροντας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γεροντάκος < γέροντας + υποκοριστικό επίθημα -άκος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγεροντάκοςγεροντάκοι
Γενικήγεροντάκουγεροντάκων
Αιτιατικήγεροντάκογεροντάκους
Κλητικήγεροντάκογεροντάκοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →