γεροντία
•
- θρησκείαο ηγούμενος και το ηγουμενικό συμβούλιο ενός μοναστηριού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γεροντία < γέρων + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γεροντία | γεροντίες |
| Γενική | γεροντίας | γεροντιών |
| Αιτιατική | γεροντία | γεροντίες |
| Κλητική | γεροντία | γεροντίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →