γεροντικός
•
- σχετικός με τα γερατειά ή τους γέροντες Βικιλεξικό
- Ἑφτάψυχος ὁ δυσθανὴς - ὁ λυτρόνων ἐξ ἀσθενειῶν καὶ μάλιστα εἰς γεροντικὴν ἡλικίαν · λέγεται γενικῶς « ἡ γάτα ἡ ἑφτάψυχη » διότι παραδέχονται ὅτι ἡ γαλῆ εἶνε τόσον δυσθανὴς ὥστε ἔχει ἑφτὰ ψυχάς (Νεοελληνικά Ανάλεκτα, Φιλολογικός σύλλογος Παρνασσός, Τόμος Β΄, Αθήνα, 1874, σελ. 199)
- Ο Έλλην φιλαναγνώστης δεν έχει προτιμήσεις. Τον ενδιαφέρουν εξ ίσου όλα τα βιβλία. Πως ημπορεί λοιπόν να του αρνηθεί κανείς τον πνευματικόν άρτον; Δεν το αρνήθηκα ποτέ μου εις κανένα. Βαθμηδόν τα ερμάρια της βιβλιοθήκης μου ήρχισαν να χάσκουν ως γεροντική οδοντοστοιχία. (Παύλος Νιρβάνα, Η βιβλιοφιλία των Ελλήνων ή Πόνος ψυχής, χρονογράφημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εστία» το 1950)
- Μερικές γεροντικές φυσιογνωμίες μέ τό πλατύ πρόσωπο, τήν χοντρή μύτη καί τήν ἄφθονη τριχοφυΐα δείχνουν ἀκόμη στενώτερη συγγένεια μὲ τὴ Μακεδονικὴ σχολή , καὶ αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Θεοφάνης πλούτισε τὴν τέχνη του κατὰ τὴ διαμονή του στὸν Ἄθω. (Κρητικά Χρονικά, τόμος 4, 1950, σελ. 387)
Ετυμολογία
γεροντικός < γέροντας
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γεροντικός | γεροντική | γεροντικό |
| Γενική | γεροντικού | γεροντικής | γεροντικού |
| Αιτιατική | γεροντικό | γεροντική | γεροντικό |
| Κλητική | γεροντικέ | γεροντική | γεροντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γεροντικοί | γεροντικές | γεροντικά |
| Γενική | γεροντικών | γεροντικών | γεροντικών |
| Αιτιατική | γεροντικούς | γεροντικές | γεροντικά |
| Κλητική | γεροντικοί | γεροντικές | γεροντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →