Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γεροντοκορισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η κατάσταση της γεροντοκόρης κυρίως τον περασμένο αιώνα, η μοναξιά, η έλλειψη απογόνων, η στέρηση της οικογενειακής χαράς και κοινωνικής ένταξης, συχνά η στρυφνάδα, ο πουριτανισμός, η παραξενιά ή και ο φθόνος, η πικρία Βικιλεξικό
  2. η συμπεριφορά της γεροντοκόρης, από την ίδια ή κάποιον άλλον που φέρεται με παρόμοιο προς της γεροντοκόρης τρόπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γεροντοκορισμός < γεροντοκόρη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγεροντοκορισμόςγεροντοκορισμοί
Γενικήγεροντοκορισμούγεροντοκορισμών
Αιτιατικήγεροντοκορισμόγεροντοκορισμούς
Κλητικήγεροντοκορισμέγεροντοκορισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →