γεροντοκορισμός
•
- η κατάσταση της γεροντοκόρης κυρίως τον περασμένο αιώνα, η μοναξιά, η έλλειψη απογόνων, η στέρηση της οικογενειακής χαράς και κοινωνικής ένταξης, συχνά η στρυφνάδα, ο πουριτανισμός, η παραξενιά ή και ο φθόνος, η πικρία Βικιλεξικό
- η συμπεριφορά της γεροντοκόρης, από την ίδια ή κάποιον άλλον που φέρεται με παρόμοιο προς της γεροντοκόρης τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γεροντοκορισμός < γεροντοκόρη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γεροντοκορισμός | γεροντοκορισμοί |
| Γενική | γεροντοκορισμού | γεροντοκορισμών |
| Αιτιατική | γεροντοκορισμό | γεροντοκορισμούς |
| Κλητική | γεροντοκορισμέ | γεροντοκορισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →