γεροντοκρατία
•
- η κυριαρχία στην εξουσία (την πολιτική ή κοινωνική) της τρίτης ηλικίας, η έλλειψη νεωτερισμού, η παγίωση παλιών αντιλήψεων και η απροθυμία για καινοτομίες σε οργανισμό, φορέα κ.λπ. Βικιλεξικό
- η πλειοψηφία ατόμων άνω των 60 ετών σε στέκι, πλατεία, δημόσιο χώρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γεροντοκρατία < γεροντο- (< γέρων) + -κρατία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γεροντοκρατία | γεροντοκρατίες |
| Γενική | γεροντοκρατίας | γεροντοκρατιών |
| Αιτιατική | γεροντοκρατία | γεροντοκρατίες |
| Κλητική | γεροντοκρατία | γεροντοκρατίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →