Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γεροντοκόρη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μειωτικόη ώριμη γυναίκα που δεν έχει παντρευτεί Βικιλεξικό
    • Ήταν μια καλαματιανή «μυστακοφόρος» κοντόχοντρη γεροντοκόρη, με γαμψή μύτη και μυωπικά γυαλιά σαν πατομπούκαλα (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
  2. μεταφορικάο άνθρωπος γκρινιάρης και παράξενος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γεροντοκόρη < γεροντο- + κόρη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγεροντοκόρηγεροντοκόρες
Γενικήγεροντοκόρηςγεροντοκορών
Αιτιατικήγεροντοκόρηγεροντοκόρες
Κλητικήγεροντοκόρηγεροντοκόρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →