Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γεροντολαγνία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σπάνιοη ιδιότητα του γεροντολάγνου Βικιλεξικό
  2. σπάνιοη ιδιότητα του γεροντολάγνου Βικιλεξικό
    • Η γεροντολατρία, η οποία κάποτε καταντάει σκέτη γεροντολαγνία, αφενός με τη φανταστική και ελαφρά τη καρδία απόδοση χαρισμάτων σε άτομα όχι απλώς μη έχοντα τέτοιες δωρεές, αλλά εγγίζοντα ενίοτε και τα όρια της ψυχοπαθολογίας και της πλάνης και αφετέρου με την υποχόνδρια εξάρτηση από τον εκάστοτε γέροντα ακόμη και στις ελάχιστες λεπτομέρειες του βίου —σε σημείο μάλιστα εκχώρησης δικαιωμάτων αήθους εισόδου και σε αυτές τις απόρρητες συζυγικές σχέσεις— δεν εκπορεύεται μονάχα από την πλευρά των απλών και απλοϊκών πιστών. Τουναντίον, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που η γενεσιουργός μήτρα είναι οι ίδιοι οι «γέροντες», οι φέροντες ποικίλα ψυχωτικά σύνδρομα και, το χείρον, την υποφώσκουσα πάθηση της κενοδοξίας και θεραπείας ενός φουσκωμένου έως δαιμονιώδους εγώ. (www.pemptousia.gr, 06.03.2014)
  3. αργκόη ιδιότητα του γεροντολάγνου Βικιλεξικό
    • Το θέατρο έχει αλλάξει πολύ. Όταν βγήκα εγώ στη δουλειά υπήρχε γεροντολαγνία, έπρεπε να γίνεις εξήντα για να σε πουν συνάδελφο, στην πορεία πάθαμε νεολαγνία, πέσαμε στον έρωτα του όποιος είναι νέος έχει υποχρεωτικά κάτι να πει. Νομίζω ισορροπήσαμε, πήρε χρόνο, αλλά συνέβη, άλλαξαν πολλά και όλοι μας προσπαθούμε να αντιληφθούμε και να «κουμπώσουμε» με αυτές τις αλλαγές. Και φυσικά άλλαξαν και οι συμπεριφορές. (www.lifo.gr, 30.10.2022)

Ετυμολογία

γεροντολαγνία < γεροντολάγνος + -ία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγεροντολαγνίαγεροντολαγνίες
Γενικήγεροντολαγνίαςγεροντολαγνιών
Αιτιατικήγεροντολαγνίαγεροντολαγνίες
Κλητικήγεροντολαγνίαγεροντολαγνίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →