Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γεροπαραλυμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. μειωτικόο έκφυλος γέρος Βικιλεξικό
    • Κύριέ μου, στράφηκε στον Σιωπηλό, μην του δίνετε δεκάρα, θα πάει αμέσως να πιεί, ακούς εκεί, αυτός ο γεροπαραλυμένος να ζει και την κόρη μου να την τρώει το χώμα (Μαρία Κουγιουμτζή, Κι αν δεν ξημερώσει;, εκδ. Καστανιώτη, 2013)
    • Όμως, ακριβώς πίσω μου, καθόταν ένας γεροπαραλυμένος που κινηματογραφούσε διαρκώς με μια κάμερα (παρόλο που απαγορεύεται) και μωρολογούσε ασταμάτητα καθ' όλη τη διάρκεια της βαρκάδας, με την διαπεραστική, εκνευριστική φωνή του (Λιζέτα Βρανά, Απόλυτα Κακό Βιβλίο, (Βιβλίο Δεύτερο) Το Εσωτερικό Μονοπάτι, 2016)

Ετυμολογία

γεροπαραλυμένος < γερο- + παραλυμένος

Άλλοι τύποι

γεροπαραλυμέναγεροπαραλυμένεγεροπαραλυμένεςγεροπαραλυμένηγεροπαραλυμένηςγεροπαραλυμένογεροπαραλυμένοιγεροπαραλυμένοςγεροπαραλυμένουγεροπαραλυμένουςγεροπαραλυμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →