γερουνδιακό
•
- λατινικό ρηματικό επίθετο που δηλώνει ότι πρέπει ή αξίζει να γίνει αυτό που εκφράζει το ρήμα από το οποίο προέρχεται Βικιλεξικό
- delenda est Carthago: καταστρεπτέα ἐστίν ή Καρχηδών· πρέπει να καταστραφεί η Καρχηδών
- facinus laudandum: έργο που πρέπει να επαινεθεί ή είναι άξιο να επαινεθεί, αξιέπαινο
Ετυμολογία
γερουνδιακό < υστερολατινική gerundivum
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γερουνδιακό | γερουνδιακά |
| Γενική | γερουνδιακού | γερουνδιακών |
| Αιτιατική | γερουνδιακό | γερουνδιακά |
| Κλητική | γερουνδιακό | γερουνδιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →