γερουνδιακός
•
- σχετικός με το γερούνδιο, που αφορά το γερούνδιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γερουνδιακός < γερούνδιο
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γερουνδιακός | γερουνδιακή | γερουνδιακό |
| Γενική | γερουνδιακού | γερουνδιακής | γερουνδιακού |
| Αιτιατική | γερουνδιακό | γερουνδιακή | γερουνδιακό |
| Κλητική | γερουνδιακέ | γερουνδιακή | γερουνδιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γερουνδιακοί | γερουνδιακές | γερουνδιακά |
| Γενική | γερουνδιακών | γερουνδιακών | γερουνδιακών |
| Αιτιατική | γερουνδιακούς | γερουνδιακές | γερουνδιακά |
| Κλητική | γερουνδιακοί | γερουνδιακές | γερουνδιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →