γερούλι
•
- φυτόφυτό της οικογένειας των Στρυχνοειδών (Hyoscyamus albus) που χρησιμοποιείται τόσο ως ηρεμιστικό όσο και ως δηλητήριο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γερούλι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γερούλι | γερούλια |
| Γενική | γερουλιού | γερουλιών |
| Αιτιατική | γερούλι | γερούλια |
| Κλητική | γερούλι | γερούλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →