γερό ποτήρι
•
- κυριολεκτικάγερό ποτήρι Βικιλεξικό
- μεταφορικάχαρακτηρισμός ανθρώπου που αντέχει στο ποτό, που μπορεί να πίνει πολύ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γερό ποτήρι < → δείτε τις λέξεις γερός και ποτήρι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →