γευσιγνωσία
•
- η διαδικασία αξιολόγησης μιας τροφής με σκοπό την εκτίμησή της σε επίπεδο οσμής, γεύσης, χρώματος και συνοχής Βικιλεξικό
- Για την γευσιγνωσία του τσίπουρου χρησιμοποιούμε τις αισθήσεις που χρησιμοποιούμε και στο κρασί, την όραση , την όσφρηση και την γεύση (Γευσιγνωσία στο τσίπουρο)
Ετυμολογία
γευσιγνωσία < γεύση + -γνωσία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γευσιγνωσία | γευσιγνωσίες |
| Γενική | γευσιγνωσίας | γευσιγνωσιών |
| Αιτιατική | γευσιγνωσία | γευσιγνωσίες |
| Κλητική | γευσιγνωσία | γευσιγνωσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →