γεφύρι
•
- η μικρή γέφυρα Βικιλεξικό
- Οἱ φόνοι καὶ τὰ κρίματα ἔπλεξαν πλοκὸ καὶ δὲν ἀφίνουν τὴν ψυχὴ νὰ διαβῇ τὸ τρίχινο γεφύρι στὸν Κάτω Κόσμο. Φορτωμένη μὲ χοντρὲς ἁλυσίδες, σκλάβα σέρνεται στοὺς τόπους ποῦ κριμάτισε, θρηνολογεῖ καὶ δέρνεται βαρύγνωμη καὶ ἀλύτρωτη πάντα. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Οι κουρσάροι, Λόγια τῆς πλώρης, 1924)
- η μικρή γέφυρα με κάπως πρόχειρα υλικά ή η παλιά γέφυρα με υλικά άλλων εποχών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γεφύρι < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή γεφύριον, υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική γέφυρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γεφύρι | γεφύρια |
| Γενική | γεφυριού | γεφυριών |
| Αιτιατική | γεφύρι | γεφύρια |
| Κλητική | γεφύρι | γεφύρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →