Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γεωγραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη γεωγραφία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γεωγραφικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγεωγραφικόςγεωγραφικήγεωγραφικό
Γενικήγεωγραφικούγεωγραφικήςγεωγραφικού
Αιτιατικήγεωγραφικόγεωγραφικήγεωγραφικό
Κλητικήγεωγραφικέγεωγραφικήγεωγραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγεωγραφικοίγεωγραφικέςγεωγραφικά
Γενικήγεωγραφικώνγεωγραφικώνγεωγραφικών
Αιτιατικήγεωγραφικούςγεωγραφικέςγεωγραφικά
Κλητικήγεωγραφικοίγεωγραφικέςγεωγραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →