γεωδαιτώ
•
- είμαι γεωδαίτης, εφαρμόζω γεωδαιτικές πρακτικές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γεωδαιτώ < ελληνιστική κοινή γεωδαιτέομαι < αρχαία ελληνική γεωδαίτης
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γεωδαιτώ | γεωδαιτείς | γεωδαιτεί | γεωδαιτούμε | γεωδαιτείτε | γεωδαιτούν / γεωδαιτούνε |
| Παρατατικός | γεωδαιτούσα | γεωδαιτούσες | γεωδαιτούσε | γεωδαιτούσαμε | γεωδαιτούσατε | γεωδαιτούσαν / γεωδαιτούσανε |
| Αόριστος | γεωδαίτησα | γεωδαίτησες | γεωδαίτησε | γεωδαιτήσαμε | γεωδαιτήσατε | γεωδαίτησαν / γεωδαιτήσαν / γεωδαιτήσανε |
| Μέλλοντας | θα γεωδαιτήσω / θα γεωδαιτώ | θα γεωδαιτήσεις / θα γεωδαιτείς | θα γεωδαιτήσει / θα γεωδαιτεί | θα γεωδαιτήσουμε / θα γεωδαιτούμε | θα γεωδαιτήσετε / θα γεωδαιτείτε | θα γεωδαιτήσουν / θα γεωδαιτήσουνε / θα γεωδαιτούν / θα γεωδαιτούνε |
| Παρακείμενος | έχω γεωδαιτήσει | έχεις γεωδαιτήσει | έχει γεωδαιτήσει | έχουμε γεωδαιτήσει | έχετε γεωδαιτήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γεωδαιτήσει | είχες γεωδαιτήσει | είχε γεωδαιτήσει | είχαμε γεωδαιτήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γεωδαιτήσει / να γεωδαιτήσω / να γεωδαιτώ | να έχεις γεωδαιτήσει / να γεωδαιτήσεις / να γεωδαιτείς | να έχει γεωδαιτήσει / να γεωδαιτήσει / να γεωδαιτεί | να έχουμε γεωδαιτήσει / να γεωδαιτήσουμε / να γεωδαιτούμε | να έχετε γεωδαιτήσει / να γεωδαιτήσετε / να γεωδαιτείτε | να γεωδαιτήσουν / να γεωδαιτήσουνε / να γεωδαιτούν / να γεωδαιτούνε |
| Προστακτική | — | γεωδαίτει / γεωδαίτησε | — | — | γεωδαιτήστε / γεωδαιτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →