γεωενεργειακός
•
- που χαρακτηρίζει φυσικό δυναμικό ή ροή ενέργειας που προέρχεται από γεωλογικές διεργασίες (π.χ. τεκτονικά ρήγματα, υπόγειες ροές θερμότητας) και αξιοποιείται ή εξετάζεται σε σχέση με περιβαλλοντικές και τεχνολογικές εφαρμογές Βικιλεξικό
- πολιτικήπου αναφέρεται σε έργα, κόμβους ή στρατηγικές εξαιτίας των οποίων η εκμετάλλευση ή μεταφορά γεωλογικά / περιφερειακά καθοριζόμενης ενέργειας (π.χ. φυσικό αέριο, διέλευση ρεύματος) αποκτά σημασία για τη διεθνή ισχύ, τις διασυνδέσεις ή τον έλεγχο των οδών ενέργειας Βικιλεξικό
- Σε αυτή την αρίθμηση, η ενέργεια —από τη μεταφορά του αμερικανικού φυσικού αερίου έως τις έρευνες της Chevron στα οικόπεδα της Κρήτης— συνιστά ένα συγκριτικό πλεονέκτημα που, ανεξάρτητα από τις φιλοδοξίες του ή τους μεγαλοϊδεατισμούς του, δεν διαθέτει κανένας άλλος παίκτης στην περιοχή. Η διπλωματία επιστρέφει έτσι στη θάλασσα. Όχι ανάμεσα σε βραχονησίδες και λοιπές διενέξεις. Επιστρέφει στις ποντοπόρες εκτάσεις της ως γεωοικονομικός και γεωενεργειακός κόμβος.
Ετυμολογία
γεωενεργειακός < γεω- + ενεργειακός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική geoenergetic)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γεωενεργειακός | γεωενεργειακή | γεωενεργειακό |
| Γενική | γεωενεργειακού | γεωενεργειακής | γεωενεργειακού |
| Αιτιατική | γεωενεργειακό | γεωενεργειακή | γεωενεργειακό |
| Κλητική | γεωενεργειακέ | γεωενεργειακή | γεωενεργειακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γεωενεργειακοί | γεωενεργειακές | γεωενεργειακά |
| Γενική | γεωενεργειακών | γεωενεργειακών | γεωενεργειακών |
| Αιτιατική | γεωενεργειακούς | γεωενεργειακές | γεωενεργειακά |
| Κλητική | γεωενεργειακοί | γεωενεργειακές | γεωενεργειακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →