Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γεωενεργειακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που χαρακτηρίζει φυσικό δυναμικό ή ροή ενέργειας που προέρχεται από γεωλογικές διεργασίες (π.χ. τεκτονικά ρήγματα, υπόγειες ροές θερμότητας) και αξιοποιείται ή εξετάζεται σε σχέση με περιβαλλοντικές και τεχνολογικές εφαρμογές Βικιλεξικό
  2. πολιτικήπου αναφέρεται σε έργα, κόμβους ή στρατηγικές εξαιτίας των οποίων η εκμετάλλευση ή μεταφορά γεωλογικά / περιφερειακά καθοριζόμενης ενέργειας (π.χ. φυσικό αέριο, διέλευση ρεύματος) αποκτά σημασία για τη διεθνή ισχύ, τις διασυνδέσεις ή τον έλεγχο των οδών ενέργειας Βικιλεξικό
    • Σε αυτή την αρίθμηση, η ενέργεια —από τη μεταφορά του αμερικανικού φυσικού αερίου έως τις έρευνες της Chevron στα οικόπεδα της Κρήτης— συνιστά ένα συγκριτικό πλεονέκτημα που, ανεξάρτητα από τις φιλοδοξίες του ή τους μεγαλοϊδεατισμούς του, δεν διαθέτει κανένας άλλος παίκτης στην περιοχή. Η διπλωματία επιστρέφει έτσι στη θάλασσα. Όχι ανάμεσα σε βραχονησίδες και λοιπές διενέξεις. Επιστρέφει στις ποντοπόρες εκτάσεις της ως γεωοικονομικός και γεωενεργειακός κόμβος.

Ετυμολογία

γεωενεργειακός < γεω- + ενεργειακός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική geoenergetic)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγεωενεργειακόςγεωενεργειακήγεωενεργειακό
Γενικήγεωενεργειακούγεωενεργειακήςγεωενεργειακού
Αιτιατικήγεωενεργειακόγεωενεργειακήγεωενεργειακό
Κλητικήγεωενεργειακέγεωενεργειακήγεωενεργειακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγεωενεργειακοίγεωενεργειακέςγεωενεργειακά
Γενικήγεωενεργειακώνγεωενεργειακώνγεωενεργειακών
Αιτιατικήγεωενεργειακούςγεωενεργειακέςγεωενεργειακά
Κλητικήγεωενεργειακοίγεωενεργειακέςγεωενεργειακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →