Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γεωεπιστήμη

/ʝe.o.e.piˈsti.mi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμόςσυνηθίζεται στον πληθυντικό) μία από τις επιστήμες που μελετούν τη Γη και το περιβάλλον της Βικιλεξικό
    • Το μάθημα αποτελεί εισαγωγή στη Γεμολογία, η οποία συγκαταλέγεται στις Γεωεπιστήμες και θεωρείται κλάδος της ορυκτολογίας. Ασχολείται με την αναγνώριση και πιστοποίηση της αυθεντικότητας ενός πολύτιμου λίθου, καθώς και με την αναγνώριση επεξεργασιών βελτίωσης που έχει υποστεί ένας πολύτιμος λίθος (Γεμολογία, Σχολή Μεταλλειολόγων - Μεταλλουργών Μηχανικών, ανακτήθηκε στις 1/10/2025 https://www.metal.ntua.gr/?product=gemology_gr)

Ετυμολογία

γεωεπιστήμη < γεω- + επιστήμη (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική geoscience)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγεωεπιστήμηγεωεπιστήμες
Γενικήγεωεπιστήμηςγεωεπιστημών
Αιτιατικήγεωεπιστήμηγεωεπιστήμες
Κλητικήγεωεπιστήμηγεωεπιστήμες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →