γεωθερμικός
•
- σχετικός με τη γεωθερμία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γεωθερμικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική géothermique, γεωθερμ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γεωθερμικός | γεωθερμική | γεωθερμικό |
| Γενική | γεωθερμικού | γεωθερμικής | γεωθερμικού |
| Αιτιατική | γεωθερμικό | γεωθερμική | γεωθερμικό |
| Κλητική | γεωθερμικέ | γεωθερμική | γεωθερμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γεωθερμικοί | γεωθερμικές | γεωθερμικά |
| Γενική | γεωθερμικών | γεωθερμικών | γεωθερμικών |
| Αιτιατική | γεωθερμικούς | γεωθερμικές | γεωθερμικά |
| Κλητική | γεωθερμικοί | γεωθερμικές | γεωθερμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →