Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γεωμηχανική

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμόςη προσπάθεια βελτίωσης του κλίματος της γης με τη συνδρομή μηχανικών μέσων και γενικότερη ανθρώπινη παρέμβαση Βικιλεξικό
    • Και αυτό σημαίνει ότι μόνος τρόπος να κρυώσει ο πλανήτης είναι η γεωμηχανική, δηλαδή η απορρόφηση διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα σε πλανητική κλίμακα. (* εφημερίδα Το Βήμα)

Ετυμολογία

γεωμηχανική < γεω- + μηχανική, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική geoengineering

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγεωμηχανική—
Γενικήγεωμηχανικής—
Αιτιατικήγεωμηχανική—
Κλητικήγεωμηχανική—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →