γεωμορφή
•
- γεωλογίαφυσικός σχηματισμός της γήινης επιφάνειας που προκύπτει από γεωλογικές διεργασίες και τη δράση εξωγενών ή ενδογενών παραγόντων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γεωμορφή < γεω- + μορφή (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική landform)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γεωμορφή | γεωμορφές |
| Γενική | γεωμορφής | γεωμορφών |
| Αιτιατική | γεωμορφή | γεωμορφές |
| Κλητική | γεωμορφή | γεωμορφές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →