γεωπάρκο
•
- νεολογισμόςπροστατευόμενη περιοχή με ιδιαίτερο γεωλογικό, οικολογικό και πολιτιστικό ενδιαφέρον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γεωπάρκο (νεολογισμός) < (απόδοση για την αγγλική geopark). Μορφολογικά αναλύεται σε γεω- + πάρκο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γεωπάρκο | γεωπάρκα |
| Γενική | γεωπάρκου | γεωπάρκων |
| Αιτιατική | γεωπάρκο | γεωπάρκα |
| Κλητική | γεωπάρκο | γεωπάρκα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →