γεωπληροφορικός
•
- γεωλογίαπου ειδικεύεται στη γεωπληροφορική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γεωπληροφορικός < γεωπληροφορία + -ικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γεωπληροφορική / γεωπληροφορικός / γεωπληροφορικό | γεωπληροφορικές / γεωπληροφορικοί / γεωπληροφορικά |
| Γενική | γεωπληροφορικής / γεωπληροφορικού / γεωπληροφορικού | γεωπληροφορικών / γεωπληροφορικών / γεωπληροφορικών |
| Αιτιατική | γεωπληροφορική / γεωπληροφορικό / γεωπληροφορικό | γεωπληροφορικές / γεωπληροφορικούς / γεωπληροφορικά |
| Κλητική | γεωπληροφορική / γεωπληροφορικέ / γεωπληροφορικό | γεωπληροφορικές / γεωπληροφορικοί / γεωπληροφορικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →