Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γεωπληροφορικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γεωλογίαπου ειδικεύεται στη γεωπληροφορική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γεωπληροφορικός < γεωπληροφορία + -ικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγεωπληροφορική / γεωπληροφορικός / γεωπληροφορικόγεωπληροφορικές / γεωπληροφορικοί / γεωπληροφορικά
Γενικήγεωπληροφορικής / γεωπληροφορικού / γεωπληροφορικούγεωπληροφορικών / γεωπληροφορικών / γεωπληροφορικών
Αιτιατικήγεωπληροφορική / γεωπληροφορικό / γεωπληροφορικόγεωπληροφορικές / γεωπληροφορικούς / γεωπληροφορικά
Κλητικήγεωπληροφορική / γεωπληροφορικέ / γεωπληροφορικόγεωπληροφορικές / γεωπληροφορικοί / γεωπληροφορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

γεωπληροφορικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γεωλογίαπου έχει σχέση με τη γεωπληροφορική ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένογεωπληροφορική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γεωπληροφορικός < γεωπληροφορία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγεωπληροφορικόςγεωπληροφορικήγεωπληροφορικό
Γενικήγεωπληροφορικούγεωπληροφορικήςγεωπληροφορικού
Αιτιατικήγεωπληροφορικόγεωπληροφορικήγεωπληροφορικό
Κλητικήγεωπληροφορικέγεωπληροφορικήγεωπληροφορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγεωπληροφορικοίγεωπληροφορικέςγεωπληροφορικά
Γενικήγεωπληροφορικώνγεωπληροφορικώνγεωπληροφορικών
Αιτιατικήγεωπληροφορικούςγεωπληροφορικέςγεωπληροφορικά
Κλητικήγεωπληροφορικοίγεωπληροφορικέςγεωπληροφορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →