Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γεωπολιτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη γεωπολιτική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γεωπολιτικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγεωπολιτικόςγεωπολιτικήγεωπολιτικό
Γενικήγεωπολιτικούγεωπολιτικήςγεωπολιτικού
Αιτιατικήγεωπολιτικόγεωπολιτικήγεωπολιτικό
Κλητικήγεωπολιτικέγεωπολιτικήγεωπολιτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγεωπολιτικοίγεωπολιτικέςγεωπολιτικά
Γενικήγεωπολιτικώνγεωπολιτικώνγεωπολιτικών
Αιτιατικήγεωπολιτικούςγεωπολιτικέςγεωπολιτικά
Κλητικήγεωπολιτικοίγεωπολιτικέςγεωπολιτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →